Riviera

Μια φορα και εναν καιρο…

Άνετα θα μπορούσε να ξεκινήσει έτσι η ιστορία του Riviera.
Έτσι θα μπορούσε να ξεκινήσει και η ιστορία του Κώστα,
αφού στην ουσία οι δυο τους είναι ΕΝΑ.
Το Riviera beach bar είναι ένας ζωντανός οργανισμός με την καρδιά του να χτυπάει στα σπλάχνα του Κωστή από εκείνο
το Σάββατο στις 7 Ιουνίου του 2007.

Η ιστορία τους κρύβει, όνειρα, προσδοκίες, ερωτική απογοήτευση, σκληρή δουλειά, χαλάσματα,
λάσπη... βρόχινη μα και ανθρώπινη μαζί!

Η τοποθεσία του, η θέα του και οι άνθρωποι που το απαρτίζουν είναι αυτό που μαγεύει
και στο τέλος κερδίζει τον κάθε επισκέπτη.

Οι αναμνήσεις κρατάνε από τα πρώτα χρόνια της παιδικής του ηλικίας. Άρεσε στον μεγάλο Χατζηχρηστοφή να πηγαίνει εκεί και τα τέσσερα παιδιά του για μια καλοκαιρινή βουτιά.
Τότε που το νερό έπρεπε να το κουβαλάς και ταυτόχρονα να αδημονείς για την ώρα που θα ανοίξει το τάπερ η μαμά, για να τους βγάλει όλους από τη θάλασσα, με τη μυρωδιά από τα γνωστά σε όλους μας τσιμπολογήματα!
Αγναντεύοντας τον Όλυμπο, μουρμούριζε η πατρική φιγούρα: Πόσο κρίμα να είναι κρυφός αυτός ο παράδεισος! Μια ατάκα που ο μικρός τύπωσε στο μυαλό του καλά.

Το παρελθόν του σε κάνει να θέλεις να το δεις από κοντά.
Το παρόν του είναι η συνθήκη που σε κερδίζει, μα το πιο περίεργο από όλα είναι το μέλλον του. Αυτό που κυριαρχεί σε κάθε συζήτηση από σχέδια και νέες προσδοκίες, όταν κάποιος ακούει τον Κώστα να μιλά. Και τότε σε κάνει να αναρωτιέσαι…

Κωστή τελικά γιατί το έκανες αυτό το μαγαζί;
Πόσες φορές μπορεί άκουσε την ίδια ερώτηση;

Όταν πάλευε για ένα ολόκληρο έτος να τραβήξει
νερό στο πουθενά.
«ούτε νερό δεν έχει ρε Κώστα.
Γιατί το κάνεις αυτό το μαγαζί;»

Όταν κουβαλούσε καθαρή άμμο και έστρωνε τα 3 χιλιόμετρα της παραλίας με φορτηγά.
«Πως θα κάνεις τους Αμμόλοφους παραλία ρε φίλε. Γιατί το κάνεις αυτό το μαγαζί;»

Όταν κουβαλούσε ολόκληρα δέντρα Ελιάς.
«Πως να ανθήσουν εδώ στον ξερότοπο τα δέντρα; Γιατί το κάνεις αυτό το μαγαζί;»

Όταν έφτιαχνε πάγκους και φώτα από τα ξύλα που ξέβραζε η ίδια η θάλασσα.
- Δε θα αντέξουν αυτοί οι κορμοί. Θέλουν πολύ δουλεία. Γιατί το κάνεις αυτό το μαγαζί;

Όταν πάλευε με την γραφειοκρατία της πολεοδομίας, του δήμου και όλων αρμόδιων που έπρεπε
να βάλουν τη νόμιμη σφραγίδα.
«Που πας να μπλέξεις ρε Κώστα. Γιατί το κάνεις αυτό το μαγαζί;»

Η απάντηση ήταν απλή και αληθινή.

Γιατί αγάπησε τον τόπο του
και θέλησε να βάλει τη δική του σφραγίδα.
Γιατί αγάπησε τις ιστορίες που μάθαινε από τους παλιούς.
Γιατί πρόλαβε να το ονειρευτεί και να το κάνει εικόνα.
Γιατί εκεί, παρέα με το ψαροντούφεκο του, χανόταν στον βυθό της θάλασσας γιατρεύοντας με την αλμύρα της τις πληγές που του άφησε ο πρώτος του έρωτας.
Γιατί θυμόταν τα λόγια του μπαμπά.

Για αυτό το έστησε, κόντρα σε όλα και από τότε το φροντίζει, το ανανεώνει, φλερτάρει μαζί του, το στολίζει και πάνω από όλα το ποτίζει με όλα εκείνα τα συστατικά που μπορούν να κάνουν έναν τόπο να βλαστήσει πραγματικά!

Ποια είναι αυτά;
Ο κόσμος του. Οι άνθρωποι, το γέλιο τους, η ευθυμία τους, η ανάσα τους, το ξέφρενο γλέντι τους, η αγκαλιά τους, η ιστορία τους, το φιλί στη μύτη του κόλπου, οι όρκοι αιώνιας αγάπης στην αμμουδιά του, το πρώτο γκολ του πιτσιρικά με τέρμα τον μπαμπά, το κρασί της παρέας που χύνεται κάθε φορά στο τσούγκρισμα, η θέα της Ελιάς λίγο παραδίπλα που μυρίζει Ελλάδα και η σκιά της Ιτιάς…
Αχ αυτό το κλωναράκι της Ιτιάς που σώθηκε μετά τη λαίλαπα του Οκτώβρη του 2010, όταν κάποιοι δεν άντεξαν αυτήν την ομορφιά και της έβαλαν φωτιά!

Μέσα σε εκείνη τη μαυρίλα… όταν ο χρόνος σταμάτησε να κυλά… το βλέμμα της μαμάς, που μόνο αυτή ξέρει πως να αναγεννά τα δικά της παιδιά, πάγωσε.
Και τότε δυνάμωσε η φωνή της λέγοντας: Κώστα! Κωστή! Δες παιδί μου! Ένα κλωναράκι της Ιτιάς είναι ακόμη ζωντανό!
Ήταν το κάλεσμα της μάνας... για να πει ο Κώστας:
"Το Riviera θα αναγεννηθεί από τις στάχτες του. Όποιος αντέχει θα μείνει δίπλα μου.
Το μαγαζί θα γίνει ξανά από τα ίδια του τα αποκαΐδια!"

Ήταν μια κοινή απόφαση που δε χρειάστηκε να υπόθεση με λόγια. Ο Κώστας δεν ήταν μόνος.
Έγιναν όλοι μια οικογένεια, ακόμη και με αυτούς που δεν έρεε στις φλέβες τους ίδιο αίμα. Κι όμως στάθηκαν σαν αδέρφια. Έσκαψαν μαζί, έβαψαν , περίφραξαν, σκάλισαν, φύτεψαν βάζοντας ένα κομμάτι ψυχούλας ο καθένας ξεχωριστά.

Και ναι! 'Ενα Σάββατου του Μαϊου του 2011 το Riviera ήταν μια καλοκαιρινή πραγματικότητα, που συνεχίζει μέχρι και σήμερα να ταξιδεύει τους χιλιάδες επισκέπτες του. Όπως θα κάνει και όλες τις επόμενες χρονιές, γιατί το δικό μας καλοκαίρι θέλουμε να μυρίζει Riviera!